Στην πρόσφατη επίσκεψή του στην Ουάσιγκτον, ο Σι Τζινπίνγκ επέστρεψε σε μια ιστορική αναφορά που τον συνοδεύει εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία. «Η παγίδα του Θουκυδίδη μπορεί να ξεπεραστεί», είπε στις 24 Σεπτεμβρίου στον Λευκό Οίκο. Και αυτή τη φορά η αναφορά δεν ήταν μια απομονωμένη ιστορική παρατήρηση. Εντάχθηκε σε μια ολοκληρωμένη πρόταση για το πώς πρέπει να συνυπάρξουν οι δύο μεγαλύτερες δυνάμεις του καιρού μας: ο ανταγωνισμός ΗΠΑ και Κίνας μπορεί να συνεχιστεί, αλλά πρέπει να παραμένει «εντός ορίων», οι δύο στρατοί πρέπει να διατηρούν τακτικό διάλογο και να υπάρχουν μηχανισμοί επικοινωνίας και πρόληψης κρίσεων.
Λίγο αργότερα ο Σι συμπύκνωσε την ίδια αντίληψη σε μια εντυπωσιακή φράση: η «μεγάλη αναζωογόνηση του κινεζικού έθνους» και το «Make America Great Again» μπορούν να προχωρήσουν μαζί.
Δεν ήταν η πρώτη φορά. Ήδη το 2015, στο Σιάτλ, ο Σι είχε απορρίψει την ιδέα μιας νομοτελειακής «παγίδας του Θουκυδίδη». Δεν υπάρχει τέτοια παγίδα στον κόσμο, είχε πει· εάν όμως οι μεγάλες δυνάμεις επαναλαμβάνουν λάθη στρατηγικού υπολογισμού, μπορούν να δημιουργήσουν μόνες τους τέτοιες παγίδες.
Ανάμεσα στις δύο διατυπώσεις υπάρχει μια αξιοσημείωτη συνέχεια. Για τον Σι, η άνοδος μιας νέας μεγάλης δύναμης δεν οδηγεί από μόνη της στον πόλεμο. Η παγίδα δημιουργείται όταν η μεταβολή της ισορροπίας ισχύος μετατρέπεται σε φόβο, ο φόβος σε στρατηγικό λανθασμένο υπολογισμό και αυτός, τελικά, σε σύγκρουση.
Ο Allison ξαναφέρνει τον Θουκυδίδη στο προσκήνιο
Η «παγίδα του Θουκυδίδη» δεν είναι όρος του Θουκυδίδη. Είναι μια σύγχρονη κατασκευή που συνδέθηκε κυρίως με τον Αμερικανό πολιτικό επιστήμονα Graham Allison, καθηγητή στο Harvard Kennedy School, ιδρυτικό κοσμήτορά του και επί χρόνια διευθυντή του Belfer Center for Science and International Affairs. Ο Allison είχε άλλωστε ασχοληθεί πολύ πριν από την Κίνα με ένα από τα κλασικά προβλήματα της διεθνούς πολιτικής: πώς οι μεγάλες δυνάμεις λαμβάνουν αποφάσεις υπό συνθήκες κρίσης και πώς αποφάσεις που φαίνονται λογικές μέσα σε έναν κρατικό μηχανισμό μπορούν να οδηγήσουν σε καταστροφικά αποτελέσματα.
Με τη «Thucydides’s Trap» μετέφερε αυτή την προβληματική στο μεγαλύτερο γεωπολιτικό ερώτημα του 21ου αιώνα: τι συμβαίνει όταν η ταχύτατη άνοδος της Κίνας συναντά μια διεθνή τάξη στην οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες κατέχουν επί δεκαετίες την κυρίαρχη θέση.
Η συμβολή του Allison δεν ήταν ότι ανακάλυψε τη σημασία της μεταβολής των συσχετισμών ισχύος. Από τον Θουκυδίδη έως τη σύγχρονη θεωρία των διεθνών σχέσεων, το πρόβλημα είναι παλιό. Η επιτυχία του ήταν ότι του έδωσε ένα εξαιρετικά ισχυρό όνομα, ένα ιστορικό παράδειγμα και μια εμπειρική υπόθεση που μπορούσε να ελεγχθεί.
Μαζί με ερευνητές του Belfer Center εξέτασε την ιστορία από το 1500 και μετά αναζητώντας περιπτώσεις στις οποίες μια ταχέως ανερχόμενη μεγάλη δύναμη απείλησε να εκτοπίσει μια κατεστημένη. Η ομάδα κατέληξε σε δεκαέξι περιπτώσεις. Στις δώδεκα η αντιπαράθεση κατέληξε σε πόλεμο· στις τέσσερις ο πόλεμος αποφεύχθηκε. Η μεθοδολογία του προγράμματος στηρίχθηκε σε καθιερωμένες ιστορικές συνθέσεις και στη βιβλιογραφία για την άνοδο και πτώση των μεγάλων δυνάμεων, με έμφαση στις μεταβολές της σχετικής οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος.
Το παράδειγμα που βρισκόταν πίσω από ολόκληρη την κατασκευή ήταν, φυσικά, ο Πελοποννησιακός Πόλεμος: η Αθήνα ανεβαίνει, η Σπάρτη βλέπει την ισορροπία δυνάμεων να μεταβάλλεται και ο φόβος που προκαλεί αυτή η μεταβολή κάνει το σύστημα πολύ πιο επιρρεπές στον πόλεμο.
Ο Allison παρουσίασε το επιχείρημα σε ευρύτερο κοινό με ιδιαίτερη ένταση το 2015, όταν, ενόψει της πρώτης επίσημης επίσκεψης του Σι Τζινπίνγκ στις Ηνωμένες Πολιτείες, έθεσε το ερώτημα αν ΗΠΑ και Κίνα κατευθύνονται προς πόλεμο. Η κεντρική του θέση δεν ήταν ότι κάποιος από τους δύο τον επιθυμεί. Ήταν σχεδόν το αντίθετο: η επικίνδυνη ιδιότητα της παγίδας είναι ότι μπορεί να οδηγήσει σε έναν πόλεμο που κανένας από τους δύο δεν θέλει. Μια συνηθισμένη κρίση —ένα επεισόδιο στη θάλασσα, μια κυβερνοεπίθεση, μια σύγκρουση γύρω από τρίτο μέρος— μπορεί, μέσα στις συνθήκες δομικής αντιπαράθεσης, να προκαλέσει αλληλουχία αντιδράσεων που κανένας από τους πρωταγωνιστές δεν είχε αρχικά επιλέξει.
Δύο χρόνια αργότερα, το 2017, ο Allison συστηματοποίησε το επιχείρημα στο βιβλίο Destined for War: Can America and China Escape Thucydides’s Trap? Το βιβλίο έκανε την έκφραση μέρος της διεθνούς συζήτησης για τις σχέσεις ΗΠΑ–Κίνας. Η κεντρική έννοια ήταν η structural stress: η πίεση που δημιουργείται στο διεθνές σύστημα όταν μια ανερχόμενη δύναμη πλησιάζει μια κυρίαρχη.
Αλλά υπάρχει εδώ μια σημαντική διευκρίνιση, που συχνά χάνεται όταν χρησιμοποιείται δημοσιογραφικά η «παγίδα του Θουκυδίδη». Ο Allison δεν υποστηρίζει ότι ο πόλεμος είναι αναπόφευκτος. Το ίδιο το ερευνητικό του πρόγραμμα επιμένει ότι τέσσερις από τις δεκαέξι περιπτώσεις απέφυγαν τον πόλεμο. Το ενδιαφέρον βρίσκεται ακριβώς στο πώς τον απέφυγαν. Κατά τον Allison, χρειάστηκαν «huge, painful adjustments» στις αντιλήψεις και στις πράξεις όχι μόνο της ανερχόμενης δύναμης αλλά και της κατεστημένης.
Αυτό είναι σημαντικό και για όσα ακολουθούν. Η θεωρία δεν λέει απλώς ότι η Σπάρτη πρέπει να συνηθίσει την άνοδο της Αθήνας. Λέει ότι και η Αθήνα και η Σπάρτη πρέπει να αλλάξουν συμπεριφορά εάν θέλουν να αποφύγουν την κατάληξη που η μεταβολή της ισορροπίας ισχύος κάνει περισσότερο πιθανή.
Υπό αυτή την έννοια, ίσως η μεγαλύτερη επιτυχία του Allison δεν ήταν η διατύπωση ενός νέου «νόμου» των διεθνών σχέσεων. Ήταν ότι επανέφερε μια πρόταση γραμμένη πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια στο κέντρο της συζήτησης για το σημαντικότερο ίσως διμερές στρατηγικό πρόβλημα της εποχής μας.
Και η ιδέα απέκτησε μια ασυνήθιστη ζωή έξω από την ακαδημαϊκή συζήτηση. Το Destined for War συζητήθηκε διεθνώς και ο όρος πέρασε στο πολιτικό και διπλωματικό λεξιλόγιο. Ακόμη πιο ενδιαφέρον: ο ίδιος ο ηγέτης της χώρας που στο σχήμα του Allison καταλαμβάνει τη θέση της ανερχόμενης Αθήνας άρχισε να χρησιμοποιεί συστηματικά την έννοια — όχι όμως για να αποδεχθεί το συμπέρασμα του Allison, αλλά για να το μετασχηματίσει.
Ο Θουκυδίδης επέστρεψε έτσι, μέσω ενός Αμερικανού καθηγητή, ως γλώσσα με την οποία ένας Κινέζος πρόεδρος μιλά σε έναν Αμερικανό πρόεδρο για το μέλλον των δύο χωρών.
Ο Θουκυδίδης και ο φόβος της Σπάρτης
Η αφετηρία του Allison βρίσκεται στο περίφημο χωρίο Α΄23.6 της Ιστορίας του Πελοποννησιακού Πολέμου. Ο Θουκυδίδης αναζητεί την «ἀληθεστάτην πρόφασιν» του πολέμου και την εντοπίζει στο ότι οι Αθηναίοι «μεγάλους γιγνομένους» προκαλούσαν φόβο στους Λακεδαιμονίους και τους «ἀνάγκασαν ἐς τὸ πολεμεῖν».
Η γνωστή αγγλική απόδοση που χρησιμοποιεί ο Allison —ότι η άνοδος της Αθήνας και ο φόβος που προκάλεσε στη Σπάρτη «made war inevitable»— ενθαρρύνει μια σχεδόν νομοτελειακή ανάγνωση. Το ελληνικό «ἀναγκάσαι» όμως επιτρέπει μια πιο σύνθετη εικόνα: οι συνθήκες και ο φόβος εξώθησαν τους Σπαρτιάτες στον πόλεμο. Δεν διατυπώνεται κάποιος καθολικός ιστορικός νόμος σύμφωνα με τον οποίο κάθε μεταβολή ισχύος καταλήγει αναπόφευκτα σε πόλεμο.
Ο ίδιος ο Allison, άλλωστε, είναι προσεκτικότερος από τη δημοφιλή εκδοχή της θεωρίας του. Επισημαίνει ότι τέσσερις από τις δεκαέξι περιπτώσεις δεν κατέληξαν σε πόλεμο και ότι τότε χρειάστηκαν «τεράστιες, επώδυνες προσαρμογές» στις αντιλήψεις και στις πράξεις τόσο της ανερχόμενης όσο και της κατεστημένης δύναμης.
Αλλά ο Θουκυδίδης δεν σταματά στο Α΄23.
Στο Α΄88 επιστρέφει στον φόβο της Σπάρτης και τον κάνει πολύ συγκεκριμένο. Οι Σπαρτιάτες αποφασίζουν τον πόλεμο όχι τόσο επειδή πείστηκαν από τα επιχειρήματα των συμμάχων τους, αλλά επειδή φοβούνται μήπως οι Αθηναίοι γίνουν ακόμη ισχυρότεροι — «μὴ ἐπὶ μεῖζον δυνηθῶσιν».
Το κρίσιμο στοιχείο εδώ είναι ο χρόνος. Η Σπάρτη δεν φοβάται μόνο την ισχύ που διαθέτει ήδη η Αθήνα. Φοβάται την Αθήνα του αύριο.
Και τότε ο Θουκυδίδης διακόπτει την αφήγηση και παρεμβάλλει την Πεντηκονταετία. Εξηγεί δηλαδή πώς, στα περίπου πενήντα χρόνια που προηγήθηκαν, η Αθήνα απέκτησε αυτή τη δύναμη. Όταν στο Α΄118 επιστρέφει στην πορεία προς τον πόλεμο, η εικόνα έχει ολοκληρωθεί: η αθηναϊκή ισχύς έχει αυξηθεί πραγματικά και η επέκτασή της επηρεάζει πλέον το σύστημα ασφαλείας της Σπάρτης.
Ο φόβος, επομένως, δεν είναι απλώς ψυχολογική παρεξήγηση.
Έχει υλική βάση.
Η αντιστροφή του Σι
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ιδιαίτερα έξυπνη πολιτική χρήση του Θουκυδίδη από τον Σι.
Η βασική δομή παραμένει αναγνωρίσιμη:
Αθήνα — Κίνα: ανερχόμενη δύναμη.
Σπάρτη — ΗΠΑ: κατεστημένη δύναμη.
Φόβος της Σπάρτης: αμερικανικός φόβος ότι η μεταβολή της ισορροπίας ισχύος θα υπονομεύσει την πρωτοκαθεδρία της.
Πελοποννησιακός Πόλεμος: η καταστροφή που πρέπει να αποφευχθεί.
Αλλά ο Σι μετατοπίζει το κέντρο βάρους της αναλογίας.
Ο Allison χρησιμοποιεί τον Θουκυδίδη κυρίως για να προειδοποιήσει: προσέξτε τη δομική ένταση που δημιουργεί η άνοδος της Κίνας.
Ο Σι τον χρησιμοποιεί ουσιαστικά για να αντιστρέψει την προειδοποίηση: προσέξτε τι μπορεί να κάνει η Αμερική επειδή φοβάται την άνοδο της Κίνας.
Η μετατόπιση αυτή γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στη συνάντηση του Σι με τον Joe Biden στη Λίμα το 2024. Η διακήρυξη ότι «η παγίδα του Θουκυδίδη δεν αποτελεί ιστορική αναγκαιότητα» ακολουθείται αμέσως από συγκεκριμένες απαιτήσεις: δεν πρέπει να υπάρξει νέος Ψυχρός Πόλεμος, η ανάσχεση της Κίνας είναι απαράδεκτη, καμία χώρα δεν πρέπει να στερεί από την άλλη το δικαίωμα ανάπτυξης για να διατηρήσει τη δική της ηγετική θέση και οι ΗΠΑ πρέπει να σέβονται τις κινεζικές κόκκινες γραμμές — την Ταϊβάν, το πολιτικό σύστημα της Κίνας, τα ζητήματα δημοκρατίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων και το κινεζικό δικαίωμα στην ανάπτυξη.
Η αποφυγή της παγίδας αποκτά έτσι ένα σαφές πολιτικό περιεχόμενο: η κατεστημένη δύναμη πρέπει να μάθει να ζει με την άνοδο της νέας.
Και τι πρέπει να κάνει η Αθήνα;
Εδώ όμως εμφανίζεται το δύσκολο σημείο της κινεζικής ανάγνωσης.
Στην εκδοχή του Σι, οι δύο δυνάμεις αναλαμβάνουν πράγματι αμοιβαίες υποχρεώσεις: διάλογο, οικονομική συνεργασία, επικοινωνία μεταξύ των στρατών, μηχανισμούς αποτροπής κρίσεων και έναν ανταγωνισμό που δεν θα μετατραπεί σε παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος. Αυτά επανέλαβε και στην Ουάσιγκτον.
Οι βαθύτερες στρατηγικές προσαρμογές όμως εμφανίζονται λιγότερο συμμετρικές.
Από τις ΗΠΑ ζητείται να μη θεωρούν την κινεζική άνοδο απειλή που πρέπει να ανακοπεί, να μην επιδιώκουν containment, να αποδεχθούν το δικαίωμα ανάπτυξης της Κίνας και να σεβαστούν τις κινεζικές κόκκινες γραμμές. Από την Κίνα δεν διατυπώνεται αντίστοιχος κατάλογος αλλαγών σε ζητήματα που προκαλούν αμερικανικές ανησυχίες ασφαλείας.
Και εδώ ο ίδιος ο Θουκυδίδης δημιουργεί πρόβλημα στην κινεζική χρήση του.
Διότι ο Θουκυδίδης δεν μας λέει απλώς ότι η Σπάρτη φοβήθηκε.
Μας αφηγείται επί δεκάδες κεφάλαια γιατί φοβήθηκε.
Η Αθήνα γίνεται ισχυρότερη. Η συμμαχία της εξελίσσεται σε αυτοκρατορία. Η επιρροή της επεκτείνεται. Η μεταβολή της ισορροπίας ισχύος είναι πραγματική. Και οι Σπαρτιάτες φοβούνται ότι, εάν περιμένουν, η θέση τους θα είναι αύριο ακόμη δυσμενέστερη.
Επομένως το θουκυδίδειο ερώτημα δεν μπορεί να είναι μόνο:
«Μπορεί η Σπάρτη να αποδεχθεί την άνοδο της Αθήνας;»
Πρέπει να είναι και:
«Τι θα κάνει η Αθήνα με τη δύναμη που αποκτά;»
Η μισή παγίδα
Εδώ βρίσκεται ίσως και το όριο της επίκλησης του Θουκυδίδη από τον Σι.
Ο Κινέζος πρόεδρος έχει ισχυρό θουκυδίδειο επιχείρημα όταν απορρίπτει τη μοιρολατρία. Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος δεν ξεσπά σαν φυσικό φαινόμενο. Ο Θουκυδίδης μάς δείχνει ηγέτες που συζητούν, συμμάχους που πιέζουν, αντιλήψεις απειλής που μεταβάλλονται και τελικά ανθρώπους που αποφασίζουν. Υπό αυτή την έννοια, η φράση του Σι του 2015 —ότι οι μεγάλες δυνάμεις μπορούν με στρατηγικούς λανθασμένους υπολογισμούς να «δημιουργήσουν μόνες τους» την παγίδα— βρίσκεται ίσως πιο κοντά στον Θουκυδίδη από τη δημοφιλή εκδοχή μιας σχεδόν αυτόματης «παγίδας».
Ο Allison όμως συλλαμβάνει καλύτερα το άλλο μισό του προβλήματος: ο φόβος της κατεστημένης δύναμης δεν γεννιέται στο κενό. Τροφοδοτείται από μια πραγματική μεταβολή της ισχύος. Και γι’ αυτό η ειρηνική προσαρμογή, όταν επιτυγχάνεται, απαιτεί δύσκολες αλλαγές και από τις δύο πλευρές.
Ο Σι, αντίθετα, τείνει να παρουσιάζει ως κεντρική προϋπόθεση της ειρήνης την προσαρμογή της Αμερικής στη νέα πραγματικότητα της κινεζικής ισχύος, ενώ παρουσιάζει ως κινεζική υποχρέωση κυρίως την υπεύθυνη διαχείριση αυτής της νέας σχέσης.
Αυτή είναι μια ουσιαστική διαφορά.
Η παγίδα της Σπάρτης
Ίσως λοιπόν αυτό που ο Σι περιγράφει δεν είναι ακριβώς η «παγίδα του Θουκυδίδη».
Είναι περισσότερο η παγίδα της Σπάρτης.
Η κατεστημένη δύναμη βλέπει μια άλλη χώρα να την πλησιάζει, φοβάται ότι ο χρόνος λειτουργεί εις βάρος της και κινδυνεύει να μετατρέψει αυτή την ανησυχία σε πολιτική ανάσχεσης — και την ανάσχεση σε σύγκρουση. Από αυτή την άποψη, το μήνυμα του Σι προς την Ουάσιγκτον είναι συνεπές εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία: μην κάνετε τον φόβο σας για την άνοδο της Κίνας αιτία του πολέμου που φοβάστε.
Αλλά ο πλήρης Θουκυδίδης θα επέστρεφε πιθανότατα την ερώτηση και προς την άλλη πλευρά.
Αν η Σπάρτη πρέπει να μάθει να μη φοβάται κάθε αύξηση της αθηναϊκής ισχύος, τι πρέπει να κάνει η Αθήνα ώστε η αύξηση της ισχύος της να μη μετατραπεί σε εύλογο φόβο της Σπάρτης;
Εδώ βρίσκεται ίσως το δυσκολότερο κομμάτι της σημερινής σινοαμερικανικής εξίσωσης. Και εδώ αποκτά ιδιαίτερο βάρος η παλαιότερη παρατήρηση του Allison: η ειρηνική έξοδος από μια τέτοια αντιπαράθεση απαιτεί επώδυνες προσαρμογές όχι μόνο από την κατεστημένη δύναμη αλλά και από την ανερχόμενη.
Γι’ αυτό η φράση που χρησιμοποίησε ο Σι στον Λευκό Οίκο —«The Thucydides Trap can be overcome»— είναι ίσως λιγότερο μια απάντηση και περισσότερο το σωστό ερώτημα για την εποχή μας.
Το πραγματικό τεστ δεν είναι αν η Ουάσιγκτον και το Πεκίνο μπορούν να συμφωνήσουν ότι ένας πόλεμος δεν είναι αναπόφευκτος. Προφανώς μπορούν.
Είναι αν η σύγχρονη Σπάρτη μπορεί να αποδεχθεί ότι δεν θα παραμείνει για πάντα τόσο κυρίαρχη όσο ήταν — και αν η σύγχρονη Αθήνα είναι διατεθειμένη να χρησιμοποιήσει την αυξανόμενη ισχύ της με τρόπο που να κάνει αυτή την αποδοχή δυνατή.

