Από τον Θουκυδίδη στον Σουν Τσου: Πώς θέλει η Κίνα να κερδίσει χωρίς πόλεμο;

Η «παγίδα του Θουκυδίδη» έχει γίνει τα τελευταία χρόνια ένας από τους δημοφιλέστερους τρόπους με τους οποίους περιγράφεται η αντιπαράθεση Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας.

Ο Graham Allison ξανάφερε στο προσκήνιο τη γνωστή παρατήρηση του Θουκυδίδη: η άνοδος της Αθήνας και ο φόβος που αυτή προκάλεσε στη Σπάρτη δημιούργησαν τις συνθήκες που οδήγησαν στον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Ο Allison αναζήτησε αντίστοιχες μεταβάσεις ισχύος κατά τους τελευταίους πέντε αιώνες, εντόπισε δεκαέξι περιπτώσεις και διαπίστωσε ότι οι δώδεκα κατέληξαν σε πόλεμο. Η σημερινή άνοδος της Κίνας απέναντι στις κυρίαρχες Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσε να αποτελέσει τη δέκατη έβδομη περίπτωση.

Ο Σι Τζινπίνγκ έχει επανειλημμένα απορρίψει τη νομοτελειακή εκδοχή αυτού του συλλογισμού. Η «παγίδα του Θουκυδίδη», υποστηρίζει, δεν είναι αναπόφευκτη. Οι μεγάλες δυνάμεις μπορούν όμως, με στρατηγικούς λανθασμένους υπολογισμούς, να τη δημιουργήσουν μόνες τους.

Υπάρχει όμως ένας άλλος αρχαίος συγγραφέας που ίσως προσφέρει έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο να κοιτάξουμε το ίδιο πρόβλημα.

Και αυτός δεν είναι Έλληνας.

Είναι Κινέζος.

Είναι ο Σουν Τσου.

Ένα διαφορετικό ερώτημα

Ο Θουκυδίδης και ο Σουν Τσου δεν εξετάζουν ακριβώς το ίδιο πρόβλημα.

Ο Θουκυδίδης προσπαθεί να εξηγήσει πώς δύο μεγάλες δυνάμεις οδηγήθηκαν σε έναν πόλεμο καταστροφικό και για τις δύο. Στο κέντρο της εξήγησής του βρίσκεται η μεταβολή της ισορροπίας ισχύος και ο φόβος που αυτή προκαλεί.

Ο Σουν Τσου ενδιαφέρεται περισσότερο για κάτι άλλο:

πώς ένας αντίπαλος μπορεί να επιτύχει τον πολιτικό και στρατηγικό σκοπό του χωρίς να υποχρεωθεί να καταφύγει στην πλέον δαπανηρή μορφή αντιπαράθεσης — τη μεγάλη πολεμική σύγκρουση.

Η διασημότερη ίσως ιδέα της Τέχνης του Πολέμου είναι ακριβώς αυτή: η ανώτερη στρατηγική επιτυχία δεν είναι να καταστρέψεις τον αντίπαλο ύστερα από μια μεγάλη μάχη, αλλά να κάμψεις την αντίστασή του χωρίς να χρειαστεί να τη δώσεις.

Γύρω από αυτή την αρχή οργανώνεται ένα μεγάλο μέρος της σκέψης του Σουν Τσου.

Δεν επιτίθεσαι εκεί όπου ο αντίπαλος είναι ισχυρότερος.

Διαμορφώνεις προηγουμένως το πεδίο προς όφελός σου.

Αποκρύπτεις τις πραγματικές σου προθέσεις.

Εκμεταλλεύεσαι τις αδυναμίες του άλλου.

Χρησιμοποιείς πληροφορίες και εξαπάτηση.

Επιλέγεις εσύ τον τόπο και τον χρόνο της αντιπαράθεσης.

Και, πάνω απ’ όλα, προσπαθείς να έχεις ουσιαστικά κερδίσει πριν αρχίσει η αποφασιστική μάχη.

Είναι όμως ακόμη παρών ο Σουν Τσου στην Κίνα;

Εδώ χρειάζεται προσοχή.

Θα ήταν εξαιρετικά απλοϊκό να υποστηρίξει κανείς ότι η σημερινή κινεζική ηγεσία έχει ανοίξει ένα βιβλίο γραμμένο πριν από περίπου δυόμισι χιλιάδες χρόνια και εφαρμόζει τις οδηγίες του.

Η σύγχρονη κινεζική στρατηγική διαμορφώνεται από πολύ πιο συγκεκριμένους παράγοντες: την οικονομική και τεχνολογική ισχύ της χώρας, την πυρηνική αποτροπή, τη γεωγραφία του δυτικού Ειρηνικού, την Ταϊβάν, τις αμερικανικές συμμαχίες στην Ασία, την εμπειρία του Κομμουνιστικού Κόμματος και τη σύγχρονη στρατιωτική τεχνολογία.

Υπάρχουν όμως σοβαρές ενδείξεις ότι η αρχαία κινεζική στρατηγική σκέψη εξακολουθεί να αποτελεί μέρος του πνευματικού οπλοστασίου μέσα από το οποίο η Κίνα αντιλαμβάνεται τον ανταγωνισμό.

Μια ενδιαφέρουσα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο The China Quarterly εξέτασε μεγάλο αριθμό κειμένων Κινέζων στρατιωτικών μελετητών και αξιωματικών στο περιοδικό της Ακαδημίας Στρατιωτικών Επιστημών του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού από το 1992 έως τις αρχές του 2016. Το συμπέρασμά της ήταν ότι στοιχεία της αρχαίας κινεζικής στρατηγικής σκέψης —και ιδιαίτερα του Σουν Τσου— παραμένουν εμφανή στη σύγχρονη κινεζική στρατιωτική θεωρία και πρακτική.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι υπάρχει μία αναλλοίωτη «κινεζική στρατηγική» που μεταδίδεται επί είκοσι πέντε αιώνες.

Η ίδια η σύγχρονη έρευνα μιλά για επιλεκτική χρήση — ένα είδος cherry-picking της αρχαίας παράδοσης από τους σημερινούς στρατηγικούς στοχαστές. Και η ιστορική έρευνα έχει επίσης προειδοποιήσει ότι η δυτική εικόνα του Σουν Τσου ως διαχρονικής ενσάρκωσης ενός ιδιαίτερα κινεζικού τρόπου πολέμου είναι εν μέρει νεότερη κατασκευή.

Άρα ο Σουν Τσου δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως «κλειδί» που εξηγεί κάθε κίνηση του Πεκίνου.

Μπορεί όμως να χρησιμοποιηθεί ως φακός.

Και μέσα από αυτόν τον φακό η κινεζική στρατηγική φαίνεται διαφορετική.

Να αλλάξει ο συσχετισμός χωρίς τη μεγάλη μάχη

Ας υποθέσουμε ότι ο μακροπρόθεσμος στόχος της Κίνας δεν είναι να «νικήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες» σε έναν μεγάλο πόλεμο.

Δεν χρειάζεται άλλωστε να το κάνει.

Αρκεί, με την πάροδο του χρόνου, να δημιουργήσει μια διαφορετική πραγματικότητα.

Να γίνει οικονομικά πολύ σημαντική για να απομονωθεί.

Τεχνολογικά πολύ προηγμένη για να εξαρτάται αποφασιστικά από τη Δύση.

Στρατιωτικά τόσο ισχυρή στην άμεση περιφέρειά της ώστε το κόστος μιας αμερικανικής στρατιωτικής επέμβασης να γίνεται ολοένα μεγαλύτερο.

Διπλωματικά τόσο απαραίτητη ώστε ένα μεγάλο μέρος του κόσμου να μη θέλει να επιλέξει μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου.

Και πολιτικά αρκετά υπομονετική ώστε ο χρόνος να λειτουργεί υπέρ της.

Εάν όλα αυτά συμβούν, δεν απαιτείται κάποια στιγμή μια τελετουργική «παράδοση» των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ο συσχετισμός θα έχει ήδη αλλάξει.

Και άλλες χώρες θα αρχίσουν να προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους στη νέα πραγματικότητα.

Αυτό είναι πολύ κοντά στη στρατηγική λογική που συνδέουμε με τον Σουν Τσου:

η σημαντικότερη νίκη είναι εκείνη που έχει επιτευχθεί πριν χρειαστεί να δοθεί η αποφασιστική μάχη.

Η Ταϊβάν ως το δυσκολότερο τεστ

Πουθενά δεν είναι πιο ενδιαφέρουσα αυτή η οπτική από ό,τι στην Ταϊβάν.

Στη συνηθισμένη δυτική συζήτηση το ερώτημα τίθεται συχνά με στρατιωτικούς όρους:

Θα εισβάλει η Κίνα στην Ταϊβάν;

Αλλά από μια περισσότερο «σουντσουική» οπτική, ίσως αυτό να μην είναι το μοναδικό —ούτε καν το καλύτερο— ερώτημα.

Το διαφορετικό ερώτημα είναι:

Μπορεί το Πεκίνο να μεταβάλει σταδιακά τις συνθήκες γύρω από την Ταϊβάν τόσο πολύ ώστε κάποια στιγμή οι διαθέσιμες επιλογές της Ταϊπέι και της Ουάσιγκτον να είναι πολύ στενότερες από ό,τι είναι σήμερα;

Τότε το στρατιωτικό πρόβλημα μετατρέπεται σε ευρύτερο στρατηγικό πρόβλημα.

Δεν αφορά μόνο μια ενδεχόμενη απόβαση.

Αφορά την οικονομική πίεση, τη διπλωματική απομόνωση, τη στρατιωτική παρουσία γύρω από το νησί, την ικανότητα αποκλεισμού, τις επιχειρήσεις πληροφόρησης, την κυβερνοϊσχύ, την αποτροπή τρίτων δυνάμεων και, τελικά, την αντίληψη της ίδιας της ταϊβανέζικης κοινωνίας για το ποιες επιλογές παραμένουν πραγματικά διαθέσιμες.

Αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει κάποιο αποδεδειγμένο «μυστικό σχέδιο του Σουν Τσου» για την Ταϊβάν.

Σημαίνει ότι η διάκριση μεταξύ νίκης μέσω πολέμου και διαμόρφωσης μιας πραγματικότητας μέσα στην οποία ο αντίπαλος έχει όλο και λιγότερες επιλογές είναι αναλυτικά εξαιρετικά χρήσιμη.

Αλλά ο Σουν Τσου δεν είναι απόστολος της ειρήνης

Υπάρχει εδώ και ένας δεύτερος κίνδυνος παρερμηνείας.

Επειδή ο Σουν Τσου θεωρεί ανώτερη τη νίκη χωρίς μάχη, είναι εύκολο να παρουσιαστεί ως θεωρητικός μιας κατά κάποιον τρόπο «ειρηνικής» κινεζικής στρατηγικής.

Δεν είναι.

Η Τέχνη του Πολέμου είναι βιβλίο για τον πόλεμο.

Η αποφυγή της μάχης δεν αποτελεί ηθική αρχή. Αποτελεί στρατηγική αρχή αποτελεσματικότητας.

Αν ο πολιτικός στόχος μπορεί να επιτευχθεί χωρίς καταστροφικό πόλεμο, τόσο το καλύτερο. Εάν όμως η χρήση βίας είναι αναγκαία, το ζητούμενο είναι να χρησιμοποιηθεί στις ευνοϊκότερες δυνατές συνθήκες.

Και η σύγχρονη έρευνα για την κινεζική στρατηγική κουλτούρα μάς προειδοποιεί ακριβώς απέναντι στην εικόνα μιας εκ φύσεως αμυντικής και ειρηνικής Κίνας. Μελέτες για την ιστορική χρήση στρατιωτικής ισχύος καταλήγουν ότι η κινεζική στρατηγική παράδοση δεν είναι ούτε αμιγώς ειρηνική ούτε απλώς φιλοπόλεμη.

Αυτό είναι σημαντικό.

Η αρχή «κερδίζω χωρίς να πολεμήσω» δεν σημαίνει:

δεν είμαι διατεθειμένος να πολεμήσω.

Μπορεί να σημαίνει:

διαμορφώνω τις συνθήκες έτσι ώστε, εάν χρειαστεί τελικά να πολεμήσω, να έχω ήδη αποκτήσει το αποφασιστικό πλεονέκτημα.

Θουκυδίδης και Σουν Τσου

Και εδώ οι δύο αρχαίοι συγγραφείς αρχίζουν να συνομιλούν με έναν παράξενο τρόπο, δυόμισι χιλιάδες χρόνια αργότερα.

Ο Θουκυδίδης μάς λέει:

Προσέξτε τι συμβαίνει όταν η ισχύς της Αθήνας αυξάνεται και η Σπάρτη αρχίζει να φοβάται το μέλλον.

Ο Σουν Τσου θα μπορούσε να μας κάνει να ρωτήσουμε:

Τι θα συμβεί εάν η Αθήνα κατορθώσει να αυξάνει την ισχύ της χωρίς ποτέ να προσφέρει στη Σπάρτη μια καθαρή στιγμή στην οποία θα θεωρεί ότι πρέπει να ξεκινήσει τον μεγάλο πόλεμο;

Αυτό είναι ένα πολύ διαφορετικό στρατηγικό πρόβλημα.

Ο Θουκυδίδης μάς βοηθά να καταλάβουμε τον κίνδυνο της μετάβασης ισχύος.

Ο Σουν Τσου μάς βοηθά να σκεφτούμε πώς μια δύναμη μπορεί να διαχειριστεί αυτή τη μετάβαση προς όφελός της.

Ο πρώτος φωτίζει κυρίως τον φόβο της Σπάρτης.

Ο δεύτερος μας κάνει να κοιτάξουμε τη στρατηγική της Αθήνας.

Και ξανά ο Allison

Αυτό μας επιστρέφει, παραδόξως, στον Graham Allison.

Στο Destined for War ο Allison δεν υποστηρίζει ότι ο πόλεμος ΗΠΑ–Κίνας είναι μοιραίος. Αντίθετα, το ιστορικό του δείγμα περιλαμβάνει και τέσσερις περιπτώσεις στις οποίες η μεταβολή της ισορροπίας ισχύος δεν κατέληξε σε πόλεμο.

Το πρόβλημα για τον Allison είναι ότι όσο αυξάνεται η δομική πίεση τόσο περισσότερο ένα σχετικά περιορισμένο γεγονός —μια σύγκρουση στη θάλασσα, μια κρίση γύρω από τρίτο μέρος, ένα λανθασμένο σήμα— μπορεί να ενεργοποιήσει μια αλληλουχία αντιδράσεων που κανένας από τους δύο αντιπάλους δεν είχε αρχικά επιδιώξει.

Εδώ βρίσκεται ίσως η βαθύτερη ένταση ανάμεσα στους δύο τρόπους σκέψης.

Η λογική του Σουν Τσου θα έλεγε:

μεταβάλλετε σταδιακά τον συσχετισμό χωρίς να προκαλέσετε την αποφασιστική αντίδραση του αντιπάλου.

Η λογική του Θουκυδίδη προειδοποιεί:

όσο περισσότερο μεταβάλλετε τον συσχετισμό, τόσο περισσότερο μπορεί ο αντίπαλος να φοβηθεί ότι, εάν δεν αντιδράσει τώρα, αύριο θα είναι πολύ αργά.

Και ίσως εδώ βρίσκεται η πραγματική παγίδα.

Από την «παγίδα του Θουκυδίδη» στο παράδοξο του Σουν Τσου

Ο Σι Τζινπίνγκ έχει δίκιο σε ένα σημαντικό σημείο όταν λέει ότι η «παγίδα του Θουκυδίδη» μπορεί να ξεπεραστεί.

Η μεταβολή της ισορροπίας ισχύος δεν δημιουργεί από μόνη της πόλεμο.

Αλλά αν δούμε την ίδια σχέση μέσα από τον Σουν Τσου, εμφανίζεται μια διαφορετική δυνατότητα.

Η Κίνα δεν χρειάζεται απαραίτητα να εκτοπίσει τις Ηνωμένες Πολιτείες μέσω μιας μεγάλης στρατιωτικής αναμέτρησης. Μπορεί να επιδιώξει να δημιουργήσει σταδιακά έναν κόσμο στον οποίο η οικονομική, τεχνολογική, στρατιωτική και διπλωματική πραγματικότητα θα υποχρεώνει τους άλλους να λαμβάνουν περισσότερο υπόψη τις κινεζικές προτιμήσεις.

Αυτό θα μπορούσε να είναι η ιδανική «νίκη χωρίς μάχη».

Αλλά εδώ ο Σουν Τσου συναντά ξανά τον Θουκυδίδη.

Διότι όσο περισσότερο η ανερχόμενη δύναμη φαίνεται να πλησιάζει σε μια τέτοια νίκη, τόσο περισσότερο η κατεστημένη δύναμη μπορεί να συμπεράνει ότι ο χρόνος δεν λειτουργεί πλέον υπέρ της.

Και τότε μπορεί να αποφασίσει ότι πρέπει να αντιδράσει πριν η νέα πραγματικότητα γίνει μη αναστρέψιμη.

Έτσι οι δύο αρχαίοι συγγραφείς μάς προσφέρουν όχι δύο αντίθετες θεωρίες αλλά δύο όψεις της ίδιας σύγχρονης τραγωδίας.

Ο Σουν Τσου εξηγεί γιατί η Κίνα θα μπορούσε να θέλει να κερδίσει χωρίς πόλεμο.

Ο Θουκυδίδης εξηγεί γιατί ακριβώς η προοπτική μιας τέτοιας νίκης μπορεί να κάνει τον πόλεμο πιο πιθανό.

Και ίσως αυτό είναι το πραγματικό στρατηγικό παράδοξο των σχέσεων ΗΠΑ–Κίνας: η επιτυχία της στρατηγικής που αποσκοπεί στην αποφυγή του πολέμου μπορεί, αν πείσει τον αντίπαλο ότι χάνει σταδιακά χωρίς να πολεμά, να αυξήσει τελικά τον πειρασμό του να πολεμήσει.